κακοτυχία


κακοτυχία
[какотихиа] ουσ. Θ. неудача, несчастье

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κακοτυχία" в других словарях:

  • κακοτυχία — κακοτυχία, η και κακοτυχιά, η κακή τύχη: Όλα έγιναν από κακοτυχιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κακοτυχία — ἡ (Μ κακοτυχία) [κακοτυχώ] κακή τύχη, ατυχία, δυστυχία, ταλαιπωρία …   Dictionary of Greek

  • κακοτυχίαν — κακοτυχίᾱν , κακοτυχία misfortune fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμφορά — η, ΝΜΑ, και διαλ. τ. συφορά Ν, και ιων. τ. συμφορή Α 1. κακοτυχία, δυστυχία, ατύχημα (α. «τόν βρήκε μεγάλη συμφορά» β. «ὑπὸ τῆς συμφορῆς ἐκπεπληγμένος», Ηρόδ.) 2. (για πρόσ.) αυτός που φέρνει κακοτυχία, δεινά (α. «αυτός είναι αληθινή συμφορά για… …   Dictionary of Greek

  • παράπονο — το 1. λυπηρή ψυχική κατάσταση ατόμου η οποία προήλθε από αδικία ή από κακοτυχία 2. έκφραση δυσαρέσκειας, διαμαρτυρία, μεμψιμοιρία 3. φρ. α) «τό χω παράπονο» αισθάνομαι πικρία για κάτι β) «μέ παίρνει το παράπονο» ή «μέ πιάνει το παράπονο»… …   Dictionary of Greek

  • φουρτούνα — και φορτούνα, η, Ν 1. τρικυμία, θαλασσοταραχή 2. κακοκαιρία, θύελλα 3. μτφ. άσχημη περιπέτεια, κακοτυχία (α. «φουρτούνα που μάς βρήκε» β. «πέρασε μεγάλη φουρτούνα τον περασμένο μήνα») 4. φρ. α) «φουρτούνα στα μπατζάκια σου» αλίμονό σου, τί σέ… …   Dictionary of Greek

  • αμαρτία — Παραβίαση θρησκευτικού κανόνα, που συνεπάγεται ποινή ή εξιλέωση ιερού χαρακτήρα. Αυτή η αντίληψη για την α. μπορεί να περιλάβει είτε παραβιάσεις απαγορεύσεων και παραλείψεις στην άψογη εφαρμογή των θρησκευτικών τύπων, χωρίς κανενός είδους ηθικό… …   Dictionary of Greek

  • αμοιρία — και ιά, η [άμοιρος] το να μην έχει κανείς καλή μοίρα, ατυχία, κακοτυχία …   Dictionary of Greek

  • αμφίπολις — Σπουδαία αρχαία ελληνική πόλη της Μακεδονίας, περίπου 40 χλμ. από τις εκβολές του Στρυμόνα. Ονομάστηκε έτσι επειδή την περιέβαλε ένας βραχίονας του Στρυμόνα. Βρισκόταν σε σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο, γνωστό παλαιότερα ως Εννέα Οδοί, ενώ από τον …   Dictionary of Greek

  • αναποδιά — η 1. εξέλιξη μιας υποθέσεως αντίθετη προς την επιθυμία κάποιου, ατυχία, κακοτυχία, αντιξοότητα 2. απρόβλεπτο εμπόδιο, κώλυμα 3. κακός οιωνός, γρουσουζιά 4. κακοί τρόποι συμπεριφοράς, δυστροπία, ιδιοτροπία 5. (για παιδιά) αταξία, ζωηρότητα,… …   Dictionary of Greek